Abele in greek

Translation: abele, Dictionary: english » greek

λεύκα, λεύκη, άσπρη λεύκα, άσπρη λεύκη
abele in greek

Other Languages

Related words

abele language dictionary greek, chris abele, abele place, abele tractor, john abele, abele milwaukee, abele in greek

Translations

abecedarian in german - abc-schutze, abc-schütze
abel in greek - abel, ο abel, άβελ, τον abel, του abel
aberdeen in greek - είδος σκωτσέζικου τερριέ, αμπερντίν, αμπερντήν, του aberdeen
aberrance in greek - εκτροπή, διαστροφή, εκτροπής, της εκτροπής, εκτρωματικής
normally in greek - κανονικά, συνήθως, κανόνα, κατά κανόνα, φυσιολογικά

Random words


Abele in greek - Dictionary: english » greek
Translations: λεύκα, λεύκη, άσπρη λεύκα, άσπρη λεύκη