Aborigines in greek

Translation: aborigines, Dictionary: english » greek

ιθαγενείς, αυτόχθοντες, Αβοριγίνων, τους αυτόχθονες κατοίκους, Αβοριγίνων της
aborigines in greek

Other Languages

Related words

aborigines language dictionary greek, australian aborigines, aborigines australia, the aborigines, aboriginal, aborigines of australia, aborigines in greek

Translations

aboriginal in greek - ιθαγενής, γηγενής
aborigine in greek - αβοριγίνων, αβορίγινας, αυτόχθων, αβοριγινή
abort in greek - αποβάλλω, ματαιώνω
aborted in greek - ματαιώθηκε, ματαιωθεί, διακόπτεται, ματαιώνεται, ακυρωθεί
patricide in german - vatermord

Random words


Aborigines in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ιθαγενείς, αυτόχθοντες, Αβοριγίνων, τους αυτόχθονες κατοίκους, Αβοριγίνων της