Accede in greek

Translation: accede, Dictionary: english » greek

accede in greek

Related words

Other Languages

Related words

accede language dictionary greek, definition accede, to accede, accede define, definition of accede, accede meaning, accede in greek


acanthus in greek - ακανθίτης, άκανθας, ακάνθου, άκανθο
acanthuses in german - dornig
acceded in greek - προσχώρησαν, προσχωρήσει, προσχώρησε, προσχώρηση, έχουν προσχωρήσει
acceding in greek - προσχωρούν, προσχωρούσες, υπό ένταξη, προσχωρούντα, υπό προσχώρηση
canteens in greek - κυλικεία, καντίνες, κυλικείων, των κυλικείων, τα κυλικεία

Random words

Accede in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αποδέχομαι