Androgynous in greek

Translation: androgynous, Dictionary: english » greek

ανδρόγυνος, ανδρόγυνο, ανδρόγυνη, ανδρόγυνα, το ανδρόγυνο
androgynous in greek

Other Languages

Related words

androgynous language dictionary greek, definition androgynous, androgynous names, androgynous define, androgynous models, what is androgynous, androgynous in greek

Translations

androgenic in greek - ανδρογόνο, ανδρογόνα, ανδρογόνες, ανδρογονική, αρρενογόνο
androgens in greek - ανδρογόνα, ανδρογόνων, τα ανδρογόνα, ανδρόγυνα, των ανδρογόνων
androgyny in greek - ανδρόγυνου, ανδρογυνισμός, ανδρόγυνο, ανδρογυνία, του ανδρόγυνου
android in greek - android, το android, του android, ανδροειδών, αρρενωπό
uncombed in greek - ακτένιστος, αχτένιστα, αχτένιστα σαν, αχτένιστα σαν είναι

Random words


Androgynous in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ανδρόγυνος, ανδρόγυνο, ανδρόγυνη, ανδρόγυνα, το ανδρόγυνο