Appurtenances in greek

Translation: appurtenances, Dictionary: english » greek

παρελκόμενα, παρακολουθήματα, τα παρελκόμενα, οι δευτερεύουσες, δευτερεύουσες εγκαταστάσεις
appurtenances in greek

Other Languages

Related words

appurtenances language dictionary greek, appurtenances definition, define appurtenances, appurtenant, appurtenances real estate, hereditaments, appurtenances in greek

Translations

approximations in greek - προσεγγίσεις, προσεγγίσεων, προσέγγιση, κατά προσέγγιση, στρογγυλοποιήσεις
appurtenance in greek - εξάρτημα, παρακολούθημα, το ανήκειν
appurtenant in german - zugehörig
apricot in greek - βερίκοκο
water-gate in greek - νερό, νερού, ύδατος, ύδωρ, υδάτων

Random words


Appurtenances in greek - Dictionary: english » greek
Translations: παρελκόμενα, παρακολουθήματα, τα παρελκόμενα, οι δευτερεύουσες, δευτερεύουσες εγκαταστάσεις