Ascription in greek

Translation: ascription, Dictionary: english » greek

απόδοσις, ένδειξης, ενδείξεως, ένδειξης που
ascription in greek

Other Languages

Related words

ascription language dictionary greek, ascription definition, ascription in greek

Translations

ascribed in greek - που αποδίδεται, δέχθηκε, που δέχθηκε, προσάψει
ascribing in greek - που αποδίδουν
asepsis in greek - ασηψία, ασηψίας, αποστείρωσης, η ασηψία, ασηπτικότητα
aseptic in greek - άσηπτη, ασηπτικές, ασηπτική, άσηπτης, άσηπτες
gridlock in greek - αδιέξοδο, αδιεξόδου, αδιέξοδα, μποτιλιάρισμα, εμφιάλωση

Random words


Ascription in greek - Dictionary: english » greek
Translations: απόδοσις, ένδειξης, ενδείξεως, ένδειξης που