Atrophied in greek

Translation: atrophied, Dictionary: english » greek

ατροφήσει, ατρόφησε, ατροφικού, ατροφικά, να ατροφήσει
atrophied in greek

Other Languages

Related words

atrophied language dictionary greek, atrophied muscles, atrophied muscle, atrophied definition, define atrophied, atrophied in greek

Translations

atrocity in spanish - atrocidad, barbaridad
atrophic in greek - ατροφική, ατροφικής, ατροφικές, ατροφικό, ατροφικών
atrophies in greek - ατροφεί, ατροφίες, ατροφία
atrophy in greek - ατροφία
availing in greek - να ωφελήσει, ωφελήσει, κάνουν χρήση, που κάνουν χρήση, που ωφελεί

Random words


Atrophied in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ατροφήσει, ατρόφησε, ατροφικού, ατροφικά, να ατροφήσει