Bifocal in greek

Translation: bifocal, Dictionary: english » greek

φακός με δυο εστίες, αμφιεστιακό, αμφιεστιακός, διεστιακά, διεστιακού
bifocal in greek

Other Languages

Related words

bifocal language dictionary greek, bifocal glasses, bifocal lenses, sunglasses bifocal, bifocal contacts, bifocal reading glasses, bifocal in greek

Translations

bifid in greek - δισχιδή, δισχιδείς
bifilar in greek - δίμιτου, δίμιτο, το δίμιτο, δίκλωνο
bifocals in greek - διόπτρα με διεστιακούς φακούς, διπλοεστιακά, διπλοεστιακά γυαλιά, τα διπλοεστιακά γυαλιά
bifurcate in spanish - bifurcarse
unfolded in greek - εκτυλίχθηκε, ξεδιπλώνεται, ξεδιπλωθεί, ξεδιπλωμένη, μη διπλωμένη

Random words


Bifocal in greek - Dictionary: english » greek
Translations: φακός με δυο εστίες, αμφιεστιακό, αμφιεστιακός, διεστιακά, διεστιακού