Bloated in greek

Translation: bloated, Dictionary: english » greek

πρησμένος, υπερμεγέθης, φουσκωμένη, πρησμένο, φουσκωμένος
bloated in greek

Other Languages

Related words

bloated language dictionary greek, bloated stomach, stomach, feel bloated, bloated feeling, bloated belly, bloated in greek

Translations

blizzards in greek - χιονοθύελλες, θύελλες
bloat in spanish - hinchar
bloater in greek - καπνιστή ρέγγα
bloating in greek - φούσκωμα, φουσκώματα, μετεωρισμό, το φούσκωμα, τυμπανισμό
shift-lock in greek - shift-, μετατόπισης, συνεχή ή εκ περιτροπής, βάρδιες

Random words


Bloated in greek - Dictionary: english » greek
Translations: πρησμένος, υπερμεγέθης, φουσκωμένη, πρησμένο, φουσκωμένος