Bridging in greek

Translation: bridging, Dictionary: english » greek

γεφύρωσης, γεφύρωση, γέφυρας, γεφυρώσεως, παρεκβολής
bridging in greek

Other Languages

Related words

bridging language dictionary greek, bridging the gap, bridging ceremony, girl scout bridging, what is bridging, wireless bridging, bridging in greek

Translations

bridgehead in greek - προγεφύρωμα, γέφυρας, προγεφυρώματος, της γέφυρας, γεφύρας
bridgework in greek - γεφυροποιίας, γέφυρες, γέφυρας, λοιπά έργα γεφυροποιίας, έργα γεφυροποιίας
bridle in greek - χαλινάρι, χαλινώνω, χαλιναγωγώ
bridle-rein in greek - χαλινάρι, χαλινάρια, χαλινού, χαλινός, το χαλινάρι
vastness in greek - απεραντοσύνη, απεραντοσύνης, την απεραντοσύνη, απέραντο, η απεραντοσύνη

Random words


Bridging in greek - Dictionary: english » greek
Translations: γεφύρωσης, γεφύρωση, γέφυρας, γεφυρώσεως, παρεκβολής