Cilium in greek

Translation: cilium, Dictionary: english » greek

βλεφαρίδα, βλεφαριδοδιεγερτικής, ακτινωτή ίνα, κίνησης των βλεφαρίδων
cilium in greek

Other Languages

Related words

cilium language dictionary greek, primary cilium, what is cilium, cilium in greek

Translations

axel in greek - axel, ο axel, ανά άξονα, την axel, τον axel
ciliated in greek - κροσσωτό, βλεφαριδοφόρο, βλεφαριδωτά, βλεφαριδωτών
cilice in greek - κιλίκιο
cimmerian in greek - κιμμερικού, κιμμερικής, κιμμερική, κιμμέριος, κιμμέρια
cinch in greek - κάτι βέβαιον ή εύκολον, έποχο, καταζώστης, επόχου

Random words


Cilium in greek - Dictionary: english » greek
Translations: βλεφαρίδα, βλεφαριδοδιεγερτικής, ακτινωτή ίνα, κίνησης των βλεφαρίδων