Cohorts in greek

Translation: cohorts, Dictionary: english » greek

ομάδες, κοόρτες, κοόρτεις, κοορτών, κλάσεων
cohorts in greek

Other Languages

Related words

cohorts language dictionary greek, in cohorts, cohorts definition, cohorts meaning, generational cohorts, age cohorts, cohorts in greek

Translations

cohesiveness in greek - συνεκτικότης, συνεκτικότητα, συνεκτικότητας, τη συνοχή, της συνεκτικότητας
cohort in greek - ομάδα, κοόρτης, κλάσης, κοόρτη, κλάση
coif in french - cornette, coiffure
coiffeur in greek - κομμωτήριο
lucky in greek - τυχερός

Random words


Cohorts in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ομάδες, κοόρτες, κοόρτεις, κοορτών, κλάσεων