Conductress in greek

Translation: conductress, Dictionary: english » greek

γυναίκα εισπράκτορας, εισπράκτορας
conductress in greek

Other Languages

Translations

conductivity in greek - αγωγιμότητα, αγωγιμότητας, αγωγιμότητος, η αγωγιμότητα, την αγωγιμότητα
conductor in greek - αγωγός, μαέστρος, αγωγού, αγωγό, του αγωγού
conduit in greek - οχετός
conduits in greek - αγωγούς, αγωγοί, αγωγών, σωλήνες, σωλήνων
postposition in spanish - posposición, postposición, la posposición, la postposición

Random words


Conductress in greek - Dictionary: english » greek
Translations: γυναίκα εισπράκτορας, εισπράκτορας