Confirming in greek

Translation: confirming, Dictionary: english » greek

επιβεβαιώνοντας, επιβεβαίωση, επιβεβαιώνει, την επιβεβαίωση, επιβεβαιώνουν
confirming in greek

Other Languages

Related words

confirming language dictionary greek, confirming interview, confirming order, confirming interview email, confirming bank, letter confirming employment, confirming in greek

Translations

cerate in spanish - cerato, del cerato
confirmatory in greek - επιβεβαιωτική, επιβεβαιωτικής, επιβεβαίωσης, επιβεβαιωτικές, επιβεβαιωτικών
confirmed in greek - κατασταλαγμένος
confirms in greek - επιβεβαιώνει, βεβαιώνει, επιβεβαιώνει το, επικυρώνει
confiscate in greek - κατάσχουν, κατασχέσει, κατάσχει, δημεύσει, κατασχέσουν, κατάσχω, δημεύω

Random words


Confirming in greek - Dictionary: english » greek
Translations: επιβεβαιώνοντας, επιβεβαίωση, επιβεβαιώνει, την επιβεβαίωση, επιβεβαιώνουν