Conformability in greek

 

Translation: conformability, Dictionary: english » greek

προσαρμοστικότητα, συμμορφωσιμότητα, ικανότητα συμμόρφωσης, προσαρμοστικότητας, δυνατότητα συμμόρφωσης
conformability in greek

Other Languages

Translations

archipelago in greek - αρχιπέλαγος
confluent in greek - παραπόταμος, συρρέοντα, συρρέουσες, συρρέουσα, συρροή
conform in spanish - conformarse, acomodar
conformable in greek - σύμμορφος, σύμφωνος, διαμορφώσιμο, συμμορφώσιμο, προσαρμόσιμες
conformableness in german - anpassung

Random words


Conformability in greek - Dictionary: english » greek
Translations: προσαρμοστικότητα, συμμορφωσιμότητα, ικανότητα συμμόρφωσης, προσαρμοστικότητας, δυνατότητα συμμόρφωσης