Connive in greek

Translation: connive, Dictionary: english » greek

συνωμοτώ, εθελοτυφλώ, συνενόχων, συνεργάζομαι στο κακό
connive in greek

Other Languages

Related words

connive language dictionary greek, connive definition, connive in greek

Translations

conning in greek - κυβερνάται το πλοίο, πολεμικού, οποία κυβερνάται το πλοίο, κόντρα γέφυρα
connivance in french - indulgence, complicité, connivence, condescendance, longanimité
connived in greek - συνήργησε, είχαν συνεργήσει
connives in spanish - confabula, conspira, se confabula
polonium in greek - πολώνιο, πολωνίου, το πολώνιο, του πολωνίου, με το πολώνιο

Random words


Connive in greek - Dictionary: english » greek
Translations: συνωμοτώ, εθελοτυφλώ, συνενόχων, συνεργάζομαι στο κακό