Consanguinity in greek

Translation: consanguinity, Dictionary: english » greek

συγγένεια αίματος, αιμομιξίας, συγγένειας, εξ αίματος συγγένεια
consanguinity in greek

Other Languages

Related words

consanguinity language dictionary greek, definition consanguinity, define consanguinity, consanguinity table, what is consanguinity, table of consanguinity, consanguinity in greek

Translations

conquistador in greek - κατακτητής, κονκισταδόρο, κατακτητή, το conquistador
consanguineous in greek - συγγενής, ομομίκτες, ομομικτικό, όμαιμος
conscience in greek - συνείδηση
conscienceless in greek - ασυνείδητος, ασυνείδητοι, ασυνείδητου
headset in greek - ακουστικά, ακουστικό, ακουστικού, ακουστικών

Random words


Consanguinity in greek - Dictionary: english » greek
Translations: συγγένεια αίματος, αιμομιξίας, συγγένειας, εξ αίματος συγγένεια