Consecutiveness in greek

Translation: consecutiveness, Dictionary: english » greek

διαδοχικότητας
consecutiveness in greek

Other Languages

Translations

bankruptcy in spanish - quiebra
consecutive in greek - διαδοχικός
consecutively in german - hintereinander, nachfolgen, fortlaufend
consensual in greek - συναινετική, συναινετικό, συναινετικές, συναινετικής, συναινετικών
consensus in greek - ομοφωνία, συναίνεση, συναίνεσης, συναινετική, συμφωνία

Random words


Consecutiveness in greek - Dictionary: english » greek
Translations: διαδοχικότητας