Craftiest in greek

Translation: craftiest, Dictionary: english » greek

επιδέξια, πιο επιδέξια
craftiest in greek

Other Languages

Translations

avoiding in german - vermeidend
crafted in greek - δημιουργημένο, δημιουργημένα, κατασκευασμένο, επεξεργασμένο, ειδικά_κατασκευασμένο
craftier in greek - φρονιμότερο, το φρονιμότερο
craftily in greek - πονηρά, με πανουργία, πανουργία, εντέχνως
craftiness in spanish - astucia

Random words


Craftiest in greek - Dictionary: english » greek
Translations: επιδέξια, πιο επιδέξια