Creped in greek

Translation: creped, Dictionary: english » greek

ερπύστηκε, ερπυσμένο, κρεπαρισμένη, ερπυσθεί, ερπυσμένος
creped in greek

Other Languages

Translations

creosote in greek - κριεζότο, κρεόσωτο, κρεοσώτου, το κρεόσωτο, με κρεόσωτο
crepe in greek - κρεπ, ερπυσμού, κρέπα, κρέπας
creping in greek - κρεπάρισμα, ερπυσμού, κρεπαρίσματος, ερπυσμό, ερπυστικής
crepitate in greek - τρίζω
gas-helmet in greek - αερίου, αέριο, με αέριο, αερίων, αέρια

Random words


Creped in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ερπύστηκε, ερπυσμένο, κρεπαρισμένη, ερπυσθεί, ερπυσμένος