Defecating in greek

Translation: defecating, Dictionary: english » greek

αφόδευση, αφοδεύουν, αφόδευσης, την αφόδευση
defecating in greek

Other Languages

Related words: defecating

defecating language dictionary greek, defecating blood, self defecating, pain when defecating, defecating definition, what is defecating, defecating in greek

Translations

defecated in greek - αφοδεύσει, αφόδευσε, αποπατούν, είχον κενώσεις
defecates in greek - αφοδεύσει, αφοδεύει, να αφοδεύσει, να αφοδεύσει σε, αφοδεύσει σε
defecation in greek - αφόδευση, αφόδευσης, την αφόδευση, της αφόδευσης, κένωση
defect in greek - ελάττωμα, αποστατώ
metallization in greek - επιμετάλλωση, επιμετάλλωσης, μεταλλοποίηση, μετάλλωση, μεταλλοποιήσεως

Random words


Defecating in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αφόδευση, αφοδεύουν, αφόδευσης, την αφόδευση