Dildo in greek

Translation: dildo, Dictionary: english » greek

δονητή, δονητής, ομοίωμα, ντίλντο
dildo in greek

Other Languages

Related words

dildo language dictionary greek, dildo porn, dildo sex, anal dildo, huge dildo, big dildo, dildo in greek

Translations

dilatoriness in greek - αναβλητικότητα, καθυστέρησε, ότι καθυστέρησε, η στασιμότητα, αναβολές ως
dilatory in greek - αργός, παρελκυστική, παρελκυστικές, παρελκυστικών, παρελκύει
dilemma in greek - δίλημμα, το δίλημμα, διλήμματος, δίλημμα που, δίλλημα
dilettante in greek - ερασιτέχνης, ερασιτέχνες, ερασιτεχνική, ερασιτέχνη
expressiveness in greek - εκφραστικότητα, εκφραστικότητας, την εκφραστικότητα, εκφραστικότητά, την εκφραστικότητά

Random words


Dildo in greek - Dictionary: english » greek
Translations: δονητή, δονητής, ομοίωμα, ντίλντο