Disconnects in greek

Translation: disconnects, Dictionary: english » greek

αποσυνδέεται, αποσυνδέει, αποσυνδέσεις, αποσυνδεθεί, αποσυνδεθεί ο
disconnects in greek

Other Languages

Related words

disconnects language dictionary greek, internet disconnects, wifi disconnects, wireless disconnects, the disconnects, router disconnects, disconnects in greek

Translations

disconnecting in greek - αποσύνδεση, αποσύνδεσης, απενεργοποίησης, την αποσύνδεση, ξεβίδωμα
disconnection in spanish - desunión
disconsolate in greek - απαρηγόρητος, απαρηγόρητη, απαρηγόρητο, αποκαρδιωμένου, απαρηγόρητα
disconsolately in spanish - desconsoladamente, desconsolado, desconsolada, desconsuelo, desconsolados
spinet in greek - είδος παλαιού πιάνου

Random words


Disconnects in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αποσυνδέεται, αποσυνδέει, αποσυνδέσεις, αποσυνδεθεί, αποσυνδεθεί ο