Domineered in greek

Translation: domineered, Dictionary: english » greek

κυριαρχείται, που κυριαρχείται, καταδυνάστευσε, καταδυνάστευσε την
domineered in greek

Other Languages

Translations

blandishment in german - schmeichelei
dominatrix in greek - δεσποτική, την δεσποτική γυναίκα, την δεσποτική, δεσποτική γυναίκα
domineer in greek - διευθύνω, καταδυναστεύω
domineering in greek - τυραννικός, αυταρχικός, αυταρχική, αυταρχικό, κυριαρχική
domineeringly in german - tyrannische

Random words


Domineered in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κυριαρχείται, που κυριαρχείται, καταδυνάστευσε, καταδυνάστευσε την