Drastically in greek

Translation: drastically, Dictionary: english » greek

δραστικά, δραστική, δραματικά, ριζικά, δραστικά τις
drastically in greek

Other Languages

Related words

drastically language dictionary greek, drastically definition, drastically synonym, lose weight drastically, define drastically, what does drastically, drastically in greek

Translations

draping in greek - σκέπασμα, στολισμός, draping επιτροπές, σκέπασμα επίπλων
drastic in greek - δραστικός
dratted in spanish - maldito
draught in greek - βύθισμα
pollinate in greek - γονιμοποιώ άνθος, γονιμοποιούν, επικονιάζουν, την επικονίαση, επικονίαση των

Random words


Drastically in greek - Dictionary: english » greek
Translations: δραστικά, δραστική, δραματικά, ριζικά, δραστικά τις