Enshrinement in greek

Translation: enshrinement, Dictionary: english » greek

κατοχυρωθούν, να κατοχυρωθούν, κατοχύρωση, κατοχυρώσεως, ότι θεμελιώνεται
enshrinement in greek

Other Languages

Translations

enshrine in greek - κατοχυρώνει, κατοχυρώσει, κατοχυρώνουν, καθιερώνουν, κατοχύρωση
enshrined in greek - κατοχυρώνεται, κατοχυρώνονται, που κατοχυρώνονται, καθιερώνεται, καθιερώνει
enshrinements in german - verehrungen
enshrines in greek - κατοχυρώνει, καθιερώνει, κατοχυρώνεται, διαφυλάσσει, κατοχυρώνει την
tank in greek - δεξαμενή

Random words


Enshrinement in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κατοχυρωθούν, να κατοχυρωθούν, κατοχύρωση, κατοχυρώσεως, ότι θεμελιώνεται