Epistemological in greek

Translation: epistemological, Dictionary: english » greek

επιστημολογικής, επιστημολογικές, επιστημολογικών, επιστημολογική, επιστημολογικά
epistemological in greek

Other Languages

Related words

epistemological language dictionary greek, definition epistemological, epistemology, epistemological define, what is epistemological, ontological, epistemological in greek

Translations

episodic in spanish - episódico
episodically in greek - επεισοδιακά, επεισοδιακό τρόπο, με επεισοδιακό, με επεισοδιακό τρόπο, επεισοδιακό
epistemology in greek - επιστημολογία, επιστημολογίας, η επιστημολογία, την επιστημολογία, της επιστημολογίας
epistle in greek - επιστολή, επιστολής, η επιστολή, απόστολος
unusable in greek - άχρηστα, άχρηστο, ακατάλληλο προς χρήση, άχρηστη, μη χρησιμοποιήσιμα

Random words


Epistemological in greek - Dictionary: english » greek
Translations: επιστημολογικής, επιστημολογικές, επιστημολογικών, επιστημολογική, επιστημολογικά