Escalator in greek

Translation: escalator, Dictionary: english » greek

κυλιόμενες σκάλες, κυλιόμενη σκάλα, κυλιόμενης σκάλας, κυλιόμενη, κυλιόμενων κλιμάκων
escalator in greek

Other Languages

Related words

escalator language dictionary greek, the escalator, escalator accident, escalator video, glass escalator, longest escalator, escalator in greek

Translations

alchemical in greek - αλχημική, αλχημικό, αλχημικές, αλχημικού, αλχημικών
escalation in greek - κλιμάκωση
escalations in greek - κλιμακώσεις, κλιμάκωση, πεζούλες, αυξήσεις του, κλιμακώσεων
escalators in greek - κυλιόμενες σκάλες, κυλιόμενες, κυλιόμενες κλίμακες, κυλιόμενων κλιμάκων
escallop in greek - ψήνω με σάλτσα κρέμας ή ψίχουλα

Random words


Escalator in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κυλιόμενες σκάλες, κυλιόμενη σκάλα, κυλιόμενης σκάλας, κυλιόμενη, κυλιόμενων κλιμάκων