Gaunt in greek

 

Translation: gaunt, Dictionary: english » greek

κάτισχνος
gaunt in greek

Additional translations

λιπόσαρκος, ισχνός, αποστεωμένη, λεπτόσαρκα, κάτισχνο

Related words

Other Languages

Related words

gaunt language dictionary greek, gaunt definition, the gaunt, john gaunt, john of gaunt, gaunt define, gaunt in greek

Translations

gauging in greek - μέτρησης, μέτρησης που, εύρος γραμμής, μετρητή να
gaul in greek - γαλάτης, γαλατία, γαλατίας, gaul, γαλάτη
gauntlet in german - fehdehandschuh, schutzhandschuh
gauntlets in greek - γάντια, μακριά γάντια, τα γάντια, τα μακριά γάντια, μακρυμάνικα γάντια
navel in greek - ομφαλός, ομφαλό, τον ομφαλό, αφαλό, ομφαλού

Random words


Gaunt in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κάτισχνος, λιπόσαρκος, ισχνός, αποστεωμένη, λεπτόσαρκα, κάτισχνο