Humidified in greek

Translation: humidified, Dictionary: english » greek

υγροποιημένη, υγροποιημένο, υγραινόμενου, υγραμένο, υγραμένη
humidified in greek

Other Languages

Related words

humidified language dictionary greek, humidified oxygen, humidified air, humidified in greek

Translations

humid in greek - υγρός, νοτισμένος
humidification in greek - ύγρανση, ύγρανσης, υγροποίησης, υγράνσεως, υγροποίηση
humidifier in greek - υγραντήρα, υγραντήρας, υγραντήρα αέρα αναπνοής, του υγραντήρα, ύγρανσης
humidifiers in greek - υγραντήρες, ύγρανσης, συσκευές ύγρανσης, υγραντές, υγραντηρες
unwarlike in german - friedliebend, unkriegerisch, unkriegerischen, unkriegerischer, unkriegerische

Random words


Humidified in greek - Dictionary: english » greek
Translations: υγροποιημένη, υγροποιημένο, υγραινόμενου, υγραμένο, υγραμένη