Inconvenience in greek

Translation: inconvenience, Dictionary: english » greek

ενόχληση
inconvenience in greek

Additional translations

ενόχληση, ταλαιπωρία, αναστάτωση, δυσχέρεια, δυσκολία

Related words

Other Languages

Related words

inconvenience language dictionary greek, the inconvenience, for the inconvenience, sorry inconvenience, sorry for inconvenience, apologize, inconvenience in greek

Translations

general-purpose in greek - γενικού σκοπού, γενικής χρήσης, γενικής χρήσεως
incontrovertible in french - indiscutable, indéniable
incontrovertibly in greek - αναμφισβητήτως, αδιάψευστο, αδιάψευστο τρόπο, τρόπο αδιαμφισβήτητο
inconvenient in greek - άβολος
inconveniently in greek - ενοχλητικά, είναι ενοχλητικά, έχουν πρακτικό, ακατάλληλα καταχωρημένες

Random words


Inconvenience in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ενόχληση, ενόχληση, ταλαιπωρία, αναστάτωση, δυσχέρεια, δυσκολία