Indemnification in greek

Translation: indemnification, Dictionary: english » greek

αποζημίωση, αποζημίωσης, αποκατάσταση της ζημίας, αποζημιώσεως, την αποζημίωση
indemnification in greek

Other Languages

Related words

indemnification language dictionary greek, indemnification clause, indemnification agreement, definition indemnification, indemnity, indemnify, indemnification in greek

Translations

convoys in greek - συνοδείες, οι συνοδείες, συνοδειών, νηοπομπών, τις συνοδείες
indelicate in spanish - indelicado
indelicately in spanish - delicadeza, poca delicadeza, indelicadamente, con poca delicadeza
indemnified in greek - αποζημιωθεί, αποζημιώνεται, αποζημιώνει, αποζημιώνονται, αποκοπή αποζημίωση
indemnifies in greek - αποζημιώνει, αποζημιώσει, να αποζημιώσει

Random words


Indemnification in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αποζημίωση, αποζημίωσης, αποκατάσταση της ζημίας, αποζημιώσεως, την αποζημίωση