Indention in greek

Translation: indention, Dictionary: english » greek

οδόντωση, εσοχή, την εσοχή, εγκοπή και
indention in greek

Other Languages

Related words

indention language dictionary greek, indentation, hanging indention, indention in greek

Translations

indented in greek - οδοντωτός, εσοχή, δαντελωτές, χαραγμένες, δαντελωτά
indenter in greek - συμπιεστής, οδόντωσης, συμπιεστή, εντομών
indenture in greek - συμβόλαιο, οδόντωση, εγκοπή
independence in greek - ανεξαρτησία
reorientation in greek - αναπροσανατολισμός, αναπροσανατολισμό, επαναπροσανατολισμός, επαναπροσανατολισμό, αναπροσανατολισμού

Random words


Indention in greek - Dictionary: english » greek
Translations: οδόντωση, εσοχή, την εσοχή, εγκοπή και