Interdependency in greek

Translation: interdependency, Dictionary: english » greek

αλληλοεξάρτηση, αλληλεξάρτηση, αλληλεξάρτησης, αλληλεξάρτησή, την αλληλεξάρτηση
interdependency in greek

Other Languages

Related words

interdependency language dictionary greek, interdependency definition, interdependency in greek

Translations

finically in german - wählerisch
interdepartmental in greek - πολυκλαδικού, διυπηρεσιακή, διατμηματική, διυπηρεσιακών, διυπηρεσιακές
interdependence in greek - αλληλοεξάρτηση, αλληλεξάρτηση, αλληλεξάρτησης, αλληλεξαρτήσεως, την αλληλεξάρτηση
interdependent in greek - αλληλοεξαρτώμενος, αλληλοεξαρτώμενες, αλληλεξαρτώμενες, αλληλοεξαρτώμενα, αλληλεξαρτώνται
interdict in greek - απαγορεύω

Random words


Interdependency in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αλληλοεξάρτηση, αλληλεξάρτηση, αλληλεξάρτησης, αλληλεξάρτησή, την αλληλεξάρτηση