Jetsam in greek

Translation: jetsam, Dictionary: english » greek

ναυάγια, Jetsam, πράγματα πού ρίχνονται στη θάλασσα προς αβαρία πλοίου σε κίνδυνο
jetsam in greek

Other Languages

Related words

jetsam language dictionary greek, jetsam flotsam, flotsam, flotsam and jetsam, jetsam definition, definition flotsam, jetsam in greek

Translations

jetliner in greek - αεριωθούμενο, το jetliner
jets in greek - αεριωθούμενα, πίδακες, τζετ, αεροσκάφη, πιδάκων
jetties in greek - προβλήτες, λιμενοβραχίονες, προβλητών, σε λιμενοβραχίονες, θαλάσσιων εξεδρών
jetting in german - hervorstoßend
rob in greek - ληστεύω, rob, ληστέψει, ληστεύουν, ο rob, ξεγυμνώνω

Random words


Jetsam in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ναυάγια, Jetsam, πράγματα πού ρίχνονται στη θάλασσα προς αβαρία πλοίου σε κίνδυνο