Journeymen in greek

Translation: journeymen, Dictionary: english » greek

τεχνίτες, από τεχνίτες, οι τεχνίτες, τεχνήτες
journeymen in greek

Other Languages

Related words

journeymen language dictionary greek, the journeymen, journeymen wrestling, journeymen in greek

Translations

acquirer in greek - αποκτών, αγοραστή, αγοραστής, αποκτώντος, αποκτώντα
journeying in greek - ταξιδεύοντας, ταξιδεύει, να ταξιδεύει, ταξίδευαν
journeyman in greek - ειδικευμένος τεχνίτης, τεχνίτη, τεχνίτης, από τεχνίτη, τον τεχνίτη
joust in greek - μονομαχία ιππέων με κοντάρια, αγώνισμα ιπποαχίας, κονταρομαχία, κονταροχτύπημα, κονταροχτύπημα τον
jove in greek - ζεύς, δίας, jove, δία, ζευ

Random words


Journeymen in greek - Dictionary: english » greek
Translations: τεχνίτες, από τεχνίτες, οι τεχνίτες, τεχνήτες