Lacks in greek

Translation: lacks, Dictionary: english » greek

στερείται, δεν έχει, δεν διαθέτει, διαθέτει, λείπει
lacks in greek

Other Languages

Related words

lacks language dictionary greek, henrietta lacks, henrietta, the lacks, immortal henrietta lacks, the immortal, lacks in greek

Translations

crinkly in greek - σγουρός, κατσαρός, τσαλακωμένη, ζαρωμένη, ζαρωμένος με πτυχάς
lacking in greek - λείπει, έλλειψη, στερούνται, στερείται, λείπουν
lacklustre in german - glanzlos
laconic in spanish - lacónico
laconically in german - lakonisches

Random words


Lacks in greek - Dictionary: english » greek
Translations: στερείται, δεν έχει, δεν διαθέτει, διαθέτει, λείπει