Latent in greek

Translation: latent, Dictionary: english » greek

λανθάνων, λανθάνουσα, λανθάνουσας, λανθάνουσες, λανθάνοντα
latent in greek

Other Languages

Related words

latent language dictionary greek, latent heat, what is latent, latent definition, tb, latent tb, latent in greek

Translations

consistent in greek - σταθερός, συνεπής
latency in greek - λανθάνουσα, λανθάνουσα κατάσταση, λανθάνουσας κατάστασης, λανθάνοντα χρόνο, λανθάνουσας
lateness in spanish - retraso
latently in greek - σε λανθάνουσα κατάσταση, λανθάνουσα κατάσταση, σε λανθάνουσα, υποτυπωδώς, λανθανόντως
later in greek - αργότερα, αργότερο, μεταγενέστερη, μετά, μεταγενέστερο

Random words


Latent in greek - Dictionary: english » greek
Translations: λανθάνων, λανθάνουσα, λανθάνουσας, λανθάνουσες, λανθάνοντα