Matter in greek

Translation: matter, Dictionary: english » greek

υπόθεση, θέμα, ύλη, νοιάζομαι
matter in greek

Related words

Other Languages

Related words

matter language dictionary greek, no matter, what is matter, you matter, no matter what, dark matter, matter in greek

Translations

matte in greek - ματ, μάτ, μεταλλινών, φόντου
matted in greek - σκεπασμένος με ψάθα, μπερδεμένη, μπλεγμένα, ματ
matter-of-course in greek - matter-of, αυτονόητες, αυτονόητες στο εξωτερικό, αυτονόητες στο εξωτερικό αλλά, αυτονόητες στο
matter-of-fact in greek - matter-of, αυτονόητες, αυτονόητες στο εξωτερικό, αυτονόητες στο εξωτερικό αλλά, αυτονόητες στο
reflecting in greek - αντικατοπτρίζοντας, αντανακλώντας, αντικατοπτρίζει, αντανακλά, αντικατοπτρίζουν, αντανακλαστικός

Random words


Matter in greek - Dictionary: english » greek
Translations: υπόθεση, θέμα, ύλη, νοιάζομαι