Meaningfulness in greek

Translation: meaningfulness, Dictionary: english » greek

νοήματος, βαρυσήμαντου νοήματος, σημασίας τους
meaningfulness in greek

Other Languages

Translations

forbear in spanish - antepasado
meaningful in greek - νόημα, ουσιαστική, ουσιαστικές, ουσιαστικό, έχει νόημα
meaningfully in greek - με νόημα, νόημα, ουσιαστικά, εποικοδομητικά, ουσιαστικό τρόπο
meaningless in greek - χωρίς νόημα, νόημα, νοήματος, ανούσια, άνευ σημασίας
meaninglessly in greek - ανούσια

Random words


Meaningfulness in greek - Dictionary: english » greek
Translations: νοήματος, βαρυσήμαντου νοήματος, σημασίας τους