Mournfully in greek

Translation: mournfully, Dictionary: english » greek

πένθιμα, θρηνητικά, ύφος πένθιμο, με ύφος πένθιμο, πενθούντες
mournfully in greek

Other Languages

Translations

mourners in greek - πενθούντες, πενθούντων, θρηνητές, θρηνωδών, θρηνητών
mournful in greek - λυπηρός, θρηνώδης, λυπημένης, πένθιμη, πένθιμο, πένθιμος, περίλυπος
mournfulness in greek - θρηνώδες
mourning in greek - πένθος, πένθους, το πένθος, θρήνος, θρήνου
remarried in greek - ξαναπαντρεύτηκε, ξαναπαντρευτεί, συνάψει νέο γάμο, συνάψει νέο γάμο και, έχουν συνάψει νέο γάμο

Random words


Mournfully in greek - Dictionary: english » greek
Translations: πένθιμα, θρηνητικά, ύφος πένθιμο, με ύφος πένθιμο, πενθούντες