Obscure in greek

Translation: obscure, Dictionary: english » greek

κρύβω, δυσνόητος, σκοτεινός
obscure in greek

Related words

Other Languages

Related words

obscure language dictionary greek, the obscure, definition obscure, jude the obscure, obscure holidays, define obscure, obscure in greek

Translations

obscurantist in greek - σκοταδιστής, σκοταδιστικές, σκοταδιστική, σκοταδιστικό, σκοταδιστικών
obscuration in greek - επισκότιση, συσκοτισμός, σκότισης, της σκότισης, επισκίασης
obscured in greek - σκιάζεται, επισκιάζεται, κρυμμένο, κρυμμένη, κρύβονται
obscurely in greek - δυσνόητα, συγκαλυμμένα, σκοτεινά
teasingly in greek - πειραχτικά, χιουμοριστική διάθεση, χιουμοριστική

Random words


Obscure in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κρύβω, δυσνόητος, σκοτεινός