Occupation in greek

Translation: occupation, Dictionary: english » greek

κατάληψη, επάγγελμα, κατοχή
occupation in greek

Related words

Other Languages

Related words

occupation language dictionary greek, the occupation, what is occupation, what does occupation, family feud, occupation definition, occupation in greek

Translations

loudspeaker in greek - μεγάφωνο, ηχείο, μεγαφώνου, ηχείων, ηχείου
occupant in greek - ένοικος, κάτοχος, επιβάτη, επιβαινόντων, ένοικο
occupants in greek - επιβαίνοντες, επιβάτες, επιβατών, επιβαινόντων, τους επιβαίνοντες
occupational in greek - επαγγελματικά, επαγγελματικές, επαγγελματική, επαγγελματικής, επαγγελματικών, επαγγελματικός
occupationally in greek - επαγγελματικώς, επαγγελματικά, επάγγελμα, τα επαγγελματικώς, επαγγελματική απασχόληση

Random words


Occupation in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κατάληψη, επάγγελμα, κατοχή