Ossified in greek

Translation: ossified, Dictionary: english » greek

αποστεωμένη, οστεοποιηθεί, αποστεωθεί, έχει αποστεωθεί, έχει οστεοποιηθεί
ossified in greek

Other Languages

Related words

ossified language dictionary greek, ossified definition, ossified define, ossified in greek

Translations

ossification in greek - οστεοποίηση, οστεοποίησης, της οστεοποίησης, την οστεοποίηση, οστεοποίησης του
ossifications in greek - οστεοποιήσεις
ossifies in spanish - osifican, osifica
ossify in greek - απολιθώνομαι, αποστεούμαι, οστεοποιήσει, οστεοποιούν, αποστεώσει
togs in spanish - togs del, los togs

Random words


Ossified in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αποστεωμένη, οστεοποιηθεί, αποστεωθεί, έχει αποστεωθεί, έχει οστεοποιηθεί