Ostensive in greek

Translation: ostensive, Dictionary: english » greek

φαινομενικό
ostensive in greek

Other Languages

Related words

ostensive language dictionary greek, ostensive definition, ostensive in greek

Translations

ostensible in greek - φαινομενικός, δήθεν, φαινομενική, φαινομενικά, φαινομενικό
ostensibly in greek - φαινομενικά, δήθεν, υποτίθεται, δήθεν για, πρόσχημα
ostentation in greek - επίδειξη, την επίδειξη, επιδεικτικότητα, τάσεις επίδειξης
ostentatious in greek - επιδεικτικός, επιδεικτικό, επιδεικτική, επιδεικτικά, το επιδεικτικό, φιγουρατζής
ragbag in greek - συνονθύλευμα

Random words


Ostensive in greek - Dictionary: english » greek
Translations: φαινομενικό