Overheard in greek

Translation: overheard, Dictionary: english » greek

κρυφακούσει, άκουσε, κρυφακούστηκε, άκουγε
overheard in greek

Other Languages

Related words

overheard language dictionary greek, overheard in, overheard at, overheard new york, i overheard, overheard ny, overheard in greek

Translations

elms in greek - φτελιές, λεύκες, καραγάτσια, φτελιάς, πτελέας
overheads in greek - γενικά έξοδα, γενικών εξόδων, τα γενικά έξοδα, των γενικών εξόδων, εξόδων
overhear in greek - ωτακουστώ, ακούσουν, ακούσω, ακούω τυχαία, κρυφακούσουν
overhearing in greek - ακούει, κρυφακούση, άκουγε, τον κρυφακούση
overhears in greek - κρυφακούει, ακούει, κρυφακούγοντας

Random words


Overheard in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κρυφακούσει, άκουσε, κρυφακούστηκε, άκουγε