Peanut in greek

Translation: peanut, Dictionary: english » greek

φυστίκι, φιστίκι, φυστικέλαιο, αραχιδέλαιο, φυστικιών
peanut in greek

Other Languages

Related words

peanut language dictionary greek, peanut butter, peanut butter cookies, chocolate peanut butter, the peanut, peanut butter jelly, peanut in greek

Translations

conflictive in greek - συγκρουσιακή, συγκρουσιακές, συγκρουσιακά, αντιφατικές, συγκρουσιακών
pealing in greek - πού χτυπά
peals in greek - κωδωνοκρουσίες
peanuts in greek - αράπικα φιστίκια, φιστίκια, φυστίκια, τα φιστίκια, αραχίδες

Random words


Peanut in greek - Dictionary: english » greek
Translations: φυστίκι, φιστίκι, φυστικέλαιο, αραχιδέλαιο, φυστικιών