Pilferage in greek

Translation: pilferage, Dictionary: english » greek

υπεξαίρεση, μικροκλοπές, μικροκλοπών, μικροβανδαλισμούς
pilferage in greek

Other Languages

Related words

pilferage language dictionary greek, pilferage definition, pilferage in greek

Translations

pileup in greek - στοιβαξεων, στοιβαξη, απο την στοιβαξη, pileup για
pilfer in greek - σουφρώνω, ένδειξης υποκλοπής
pilfered in greek - υποκλαπούν, ίδια σκάβει
pilferer in greek - λωποδύτης
wayward in greek - δύστροπος, ακυβέρνητο, δύστροπη, δύστροπο, στρεβλές

Random words


Pilferage in greek - Dictionary: english » greek
Translations: υπεξαίρεση, μικροκλοπές, μικροκλοπών, μικροβανδαλισμούς