Pious in greek

Translation: pious, Dictionary: english » greek

ευσεβής
pious in greek

Additional translations

ευσεβής, ευσεβείς, ευσεβή, ευσεβών, ευσεβούς

Related words

Other Languages

Related words

pious language dictionary greek, pious pious, pious definition, the pious, pious define, is pious pious, pious in greek

Translations

pioneered in greek - πρωτοστάτησε, πρωτοπορήσει, καινοτόμησε, πρωτοπόρος, πρωτοπόρησε
pioneering in greek - πρωτοποριακή, πρωτοποριακό, πρωτοποριακά, πρωτοποριακές, πρωτοποριακών
piously in greek - ευσεβώς, θεοσεβώς, ευλαβικά, ευλάβεια, με ευλάβεια
pip in greek - κουκούτσι, pip, ριρ, γιγαρτόκαρπο, πδε
postgraduate in greek - μεταπτυχιακός, μεταπτυχιακές, μεταπτυχιακών, μεταπτυχιακό, μεταπτυχιακά

Random words


Pious in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ευσεβής, ευσεβής, ευσεβείς, ευσεβή, ευσεβών, ευσεβούς