Prevaricate in greek

Translation: prevaricate, Dictionary: english » greek

υπεκφεύγω
prevaricate in greek

Additional translations

στρεψοδικώ, υπεκφυγές, υπεκφεύγω, με υπεκφυγές, παραποιώ

Related words

Other Languages

Related words

prevaricate language dictionary greek, prevaricate definition, define prevaricate, definition of prevaricate, prevaricate in greek

Translations

fairyland in greek - fairyland, μαγική χώρα, παραμυθότοπο, παραμυθοχώρα
prevalent in greek - επικρατών, διαδεδομένη, επικρατεί, διαδεδομένες, επικρατούσα
prevalently in greek - κατά κύριο λόγο, κατά κύριο, επικρατέστερα, κύριο λόγο, κυριαρχικά
prevarication in greek - υπεκφυγή, υπεκφυγές, αναβολές, υπεκφυγών, δικολαβισμός, χρονοτριβή
prevarications in greek - αναβολών, υπεκφυγές, στρεψοδικίες

Random words


Prevaricate in greek - Dictionary: english » greek
Translations: υπεκφεύγω, στρεψοδικώ, υπεκφυγές, υπεκφεύγω, με υπεκφυγές, παραποιώ